
Τακτοποίηση ορισμών.
Πριν προχωρήσουμε ας ορίσουμε την Επιστήμη για να αποφύγουμε τα αδιέξοδα αλληλοκατανόησης. Σαν Επιστήμη λοιπόν, πρέπει να ορίσουμε την περιοχή της ανθρώπινης πρακτικής που ασχολείται με την επεξεργασία και τη συστηματοποίηση των αντικειμενικών γνώσεων της ανθρωπότητας για τον κόσμο.
Στο σώμα της επιστήμης περιλαμβάνονται βεβαίως οι δραστηριότητες και οι έρευνες για την ανάπτυξη νέων γνώσεων.
Με άλλα λόγια, κάθε χρονική στιγμή στο σώμα της επιστήμης περιλαμβάνεται το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων που διαμορφώνουν την εικόνα μας για τον κόσμο. Άρα το σώμα της επιστήμης αενάως διαστέλλεται και συστηματικά τελειοποιείται.
Καθοριστικό στοιχείο του ορισμού είναι ότι η γνώση είναι η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας στον άνθρωπο, αλλά όχι με την έννοια του απλού καθρεφτίσματος, αφού κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την απλήπαρατήρηση.
Άλλωστε, αν τα πράγματα είναι όπως φαίνονται τότε δε χρειάζονται ούτε οι επιστήμες ούτε οι επιστήμονες.
Η διαδικασία της επιστημονικής γνώσης συνίσταται σε μια σειρά αφαιρέσεις, διατυπώσεις και μορφοποιήσεις ορισμών και νόμων που προσεγγιστικά περιγράφουν καθολικούς φυσικούς νόμους.
Γι’ αυτό λέμε πως η γνωστική διαδικασία είναι ατέρμονη, στη διάρκεια της οποίας η ζυγαριά που απ’ τον ένα δίσκο έχει τηνΑντικειμενική Πραγματικότητα και απ’ τον άλλο δίσκο το Τι Γνωρίζουμε Για Αυτήν πλησιάζει συνεχώς προς το σημείο ισορροπίας χωρίς ποτέ να ταυτίζεται με αυτό.
Ενότητα του Πολλαπλού.
Σαν επιστήμη λοιπόν η Αισθητική έχει για αντικείμενο τόσο τα νοητά, αυτά δηλαδή που γίνονται αντιληπτά από τη νόηση, όσο και τα αισθητά, αυτά που γίνονται αντιληπτά από τις αισθήσεις. Ως τα μέσα του 1700 οι προσεγγίσεις της Αισθητικής ελάχιστα ενδιαφερόντουσαν για το Αισθητό, το οποίο το θεωρούσαν κατώτερο.
Τότε περίπου εμφανίζεται στη διδακτορική διατριβή του Alexander Gottlieb Baumgarten ο όρος Αισθητική (aesthetica) και η άποψη που σήμερα θα τη διατυπώναμε ως εξής:Αισθητική είναι η Επιστήμη της Τέχνης ενώ η Φαντασία δεν είναι ούτε νοητό αλλά ούτε και αισθητικό δεδομένο.
Η Φαντασία δεν είναι προϊόν αποκλειστικά της Καθαρής Σκέψης (εάν υπάρχει κάτι τέτοιο) αλλά ούτε και της Καθαρής Αίσθησης (εάν υπάρχει κάτι τέτοιο).
Αντιθέτως: Η Φαντασία ακροβατεί ανάμεσα σ’ αυτές τις νοητικές περιοχές συνδέοντάς τες, λειτουργώντας σαν ο εκείνος ο κρίκος που έμοιαζε να λείπει, και που αναδεικνύει μια από τις βασικότερες έννοιες, τον Πρώτο Νόμο Της Αισθητικής: Την Ενότητα του Πολλαπλού.
Πολλαπλό γιατί μια νότα Re από μόνη της δεν είναι ούτε όμορφη ούτε άσχημη αν δεν ενταχθεί μέσα σε ένα σύνολο φθόγγων για να αρχίσουμε να συζητάμε. Επιπλέον, αυτό το σύνολο φθόγγων δεν μπορεί να είναι τυχαίο, αλλά πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας διεργασίας, να αποτελεί δηλαδή μια διακριτή μουσική ενότητα.

Υποκειμενικότητα.
Ένας απ’ τους τελευταίους συστηματικούς φιλοσόφους (συστηματικοί λένε τους φιλόσοφους που δεν φιλοσοφούν βλακωδώς και αορίστως, αλλά εντάσσουν τις σκέψεις τους και τα πορίσματά τους σε ένα φιλοσοφικό σύστημα με στόχο την ολοκληρωμένη ερμηνεία της πραγματικότητας) και ταυτόχρονα ο σημαντικότερος Αισθητικός, ήταν ο Immanuel Kant, ο οποίος, στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με τον Baumgarten, υποστήριξε ότι το σύνολο των πληροφοριών που αθροίζονται στον ανθρώπινο νου και που διαμορφώνουν την αντίληψή του για τον κόσμο προέρχονται από δύο πηγές: Από τη Νόηση και από την Αίσθηση. Υποστήριξε μάλιστα ότι οι πληροφορίες προερχόμενες από την Αίσθηση δεν υπολείπονται σε σημασία από αυτές που προέρχονται από τη Νόηση.
Το ίδιο θα υποστηρίξει αργότερα ο τελευταίος ίσως συστηματικός, ο Hegel. Ο Καντ υποστήριξε ότι το έργο τέχνης και η αξία του (“καλό έργο” – “κακό έργο”) δεν είναι αντικειμενική ιδιότητα του έργου, παρά αποφασίζουμε εμείς (εσύ που διαβάζεις, εγώ που γράφω, ο διπλανός που διαβάζει αθλητική εφημερίδα) για το αν είναι “καλό” ή “κακό”, δηλαδή πρόκειται περί υποκειμενικής εκτίμησης και ότι οι απόψεις για το έργο αλλάζουν και διαμορφώνονται στο χρόνο και στον τόπο.
Παραπέρα διατυπώνει την άκρως ενδιαφέρουσα άποψη ότι το κάλλος, η ομορφιά, είναι ιδιότητα ανιδιοτελής και άδολη, άσχετη από σκοπιμότητες, κάτι που έρχεται σε συμφωνία για την αντίληψη των αρχαίων που δεν αναγνωρίζανε στο γλύπτη περισσότερα μεγαλεία απ’ το γεωργό.
Ναι, οπωσδήποτε εκτιμούσαν βαθύτατα το Φειδία ή τους τραγικούς, αλλά δεν τους αναγνώριζαν ταμεία είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων, ούτε ο Φειδίας θα παρακαλούσε τις τηλεπαρουσιάστριες να τον καλέσουν στην εκπομπή της για να γίνει ευρύτερα γνωστός και εκτός των τειχών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Το κάθε έργο τέχνης αποτελεί ένα μικρό στοπ-καρέ στη αέναη συνέχεια της Δημιουργίας. Η διατύπωση του Νόμου της Σχετικότητας στηρίχθηκε αναγκαστικά στους Νόμους του Νεύτωνα, όμως ο Αϊνστάιν ουδέποτε πήρε άδεια από τους κληρονόμους του Νεύτωνα για να χρησιμοποιήσει και να βελτιώσει το νόμο της Βαρύτητας.

Φορμαλισμός, Ρομαντισμός και άλλα… τέρατα.
Παραμονές του 1800 δημοσιεύονται οι επιστολές (On the Aesthetic Education of Man in a series of Letters) του θεωρητικού και καλλιτέχνη Johann Schiller (Σίλερ).
Κατά τον Σίλερ, το κάλλος, η ομορφιά, είναι κάτι το φαινομενικό, απλά αποτελεί την εξωτερική όψη των έργων τέχνης, αφού “άμορφα” έργα δεν υπάρχουν, δεδομένου ότι είναι η μορφή αυτή που διεγείρει τις αισθήσεις και προκαλεί την Καντιανική γνώση (νόηση) εκ του Αισθήματος.
Ετσι η τέχνη είναι ένα παιχνίδι των μορφών, αλλά καθόλου τυχαίο παιχνίδι. Κανένα παιχνίδι δεν είναι ούτε άσκοπο ούτε τυχαίο. Η Τέχνη λοιπόν για τον Σίλερ είναι ένα παιχνίδι που καταλήγει σε Έργο. Ηταν φορμαλιστής ο Σίλερ λοιπόν.
Ο ρομαντισμός είναι ένα κίνημα που λίγο πολύ ταλαντώνεται ανάμεσα σε δύο αμπάριζες: Τη Φύση και το Εγώ. Μέρος της φύσης είναι ο καλλιτέχνης, ο οποίος δημιουργώντας έργα μέσα απ’ τον εσωτερικό του κόσμο ενώνεται με το Σύμπαν. Δεσμεύσεις και κανόνες δεν εγείρονται μπρος στη πρόθεση για δημιουργία.
Ο Arthur Schopenhauer (Σοπενάουερ) στο “The World as Will and Representation” (O κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση) δίνει στην παράσταση το προβάδισμα, θεωρώντας τη βούληση ως πηγή δυστυχίας. Κατά τον Σοπενάουερ, αλλά και το μαθητή του τον Wilhelm Richard Wagner (Βάγκνερ), η “θεώρηση” είναι αυτή που μετράει και η ένωση με το Σύμπαν θα αρχίσει με την ένωση όλων των τεχνών σε μία.
Το γεγονός ότι οι ναζί εκμεταλλεύτηκαν τους ρομαντικούς, αποτελεί ιστορικό εκχυδαϊσμό που αφορά κάτι άσχετο με το θέμα: τον Πολιτικό Ρομαντισμό, σύμφωνα με τον οποίο η Βούληση για Πράξη είναι ο υπέρτατος Νόμος, δρα τυφλά και ανεξέλεγκτα.
Ο εξαθλιωμένος άνθρωπος μέσα στην ασημαντότητά του ανάγεται σε σούπερ-σημαντικός γιατί αποτελεί μέρος μιας σούπερ-σημαντικής φυλής υπεράνω όλων (Über Alles), είναι μέρος μιας σημαντικής Ολότητας, και άρα εν δυνάμει σημαντικός. Κακά τα ψέματα, ο λαϊκισμός και ο φασισμός είναι δράσεις συγγενείς. Απλά η πρώτη προηγείται της δεύτερης.

Η Μουσική και η Σχετικότητα της Τέχνης.
Ο ήχος είναι άϋλος. Ούτε πιάνεται ούτε βλέπεται. Μάλιστα δε, όπως ευφυώς είπε και ο Ξενάκης, πολλές φορές η μουσική σκέψη ήταν πρωτοπορία απέναντι στη μαθηματική σκέψη. Οι Πυθαγόρειοι, για παράδειγμα, συσχέτιζαν το τονικό ύψος με το μήκος των χορδών. Για να βρούν, ας πούμε, το διάστημα της ογδόης, έπρεπε να διαιρέσουν τη χορδή στα τέσσερα. Είναι διαίρεση με το δύο – πρόκειται για μια φθίνουσα γεωμετρική πρόοδο.
Στο αμιγές μουσικό έργο (στην καθαρή μουσική χωρίς στίχο, κίνηση ή τέλος πάντων χωρίς να συνοδεύεται από άλλες μορφές) τα μουσικά νοήματα έχουν διαφορετικούς μηχανισμούς άρθρωσης και μεταβίβασης απ’ τα άλλα έργα Τέχνης. Στερείται Περιεχομένου, έχουσα μόνο Μορφή.
Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους δεν είναι καθόλου αρεστές αυτές οι σύνθετες μουσικές αρθρώσεις. Αντιθέτως μάλιστα, αναφέρονται σε αυτές ως “φασαρία” ή τους προκαλεί χασμουρητό και μετά από λίγο τον ύπνο.
Μάλιστα, υπάρχουν απόψεις, όπως αυτή του Χάσλικ, που προτείνουν ότι η Μουσική όχι απλώς δεν έχει Περιεχόμενο με φιλοσοφικές διαστάσεις, αλλά ούτε καν συγκεκριμένα συναισθήματα δεν είναι σε θέση να μετουσιώσει στη νόηση και τις αισθήσεις του Ακροατή.
Είναι κοινός τόπος ότι γεννώνται διαφορετικά συναισθήματα κάθε φορά που ακούμε το ίδιο μουσικό έργο. Και ο καθένας τη μεταφράζει για λογαριασμό του ανάλογα με τη διάθεσή του και τις εμπειρίες του, ερήμην των συναισθημάτων και των απόψεων του αρχικού συνθέτη.
Μάλιστα δε, η ίδια “παρτιτούρα” στα χέρια διαφορετικού μαέστρου, με διαφορετικό ύφος θα μεταφερθεί στον Ακροατή και άρα διαφορετικό σύνολο συναισθημάτων θα του εμπνεύσει. Είναι γνωστό το παιχνίδι του να παίζεις το ίδιο μουσικό κομμάτι τη μια φορά πολύ γρήγορα και την άλλη πολύ αργά.
Στην πολύ γρήγορη εκτέλεση θα προκαλέσεις το γέλιο λόγω της κωμικής διάστασης που του δίνεις, ενώ στην “αργή εκδοχή” θα προκαλέσεις το “φόβο” ή κάποιας μορφής “αγωνία”.
Ετσι λέμε ότι η Γοητεία της μουσικής στηρίζεται στην Ασάφειά της, αφού το Συγκεκριμένο και το Σαφές μπορεί να είναι Όμορφο, αλλά όχι και Γοητευτικό. Η πηγή της ομορφιάς ανιχνεύεται, έχει συγκεκριμένες και απτές ιδιότητες, μπορείς μετά από δυο μέρες να πεις δυο λόγια για αυτή, να την περιγράψεις.
Η Πηγή της Γοητείας είναι μη ανιχνεύσιμη, γνωρίζεις ότι από κάτι συντίθεται αλλά δε γνωρίζεις από τι ακριβώς. Σαν τη Μουσική.

Υπάρχει Τέχνη στο φεγγάρι;
Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν λαμβάνει χώρα σε μια έρημη Νήσο των Αζορών ούτε σε ένα απομονωμένο διαμέρισμα των Παρισίων. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί στα χρονικά και ιστορικά κοινωνικά πλαίσια της ζωής του, επηρεαζόμενος από αυτά και κάποιες φορές επηρεάζοντάς τα.
Συχνά οι καλλιτέχνες ισχυρίζονται ότι δημιουργούν ερήμην της πραγματικότητας, ανεξάρτητα και εντελώς απομονωμένοι απ’ τον κόσμο. Πρόκειται για αθέλητη (και κάποιες φορές ηθελημένη) παρανόηση, αφού αενάως αλλάζει το κοινωνικό – οικονομικό και άρα το ιστορικό περιβάλλον και μαζί μ’ αυτό και τα ήθη.
Με τους ίδιους δε ρυθμούς διαφοροποιούνται καθημερινώς, ανάλογα με το πόσο δουλεμένα ανακλαστικά διαθέτει ο καθένας, και οι θέσεις μας για τα πάντα. Μαζί μ’ αυτά αλλάζουν και οι απόψεις μας για την Τέχνη, ενώ από κοντά αλλάζει και η ίδια η Τέχνη ή και το αντίστροφο.
Οι πραγματικοί καλλιτέχνες βλέπετε έχουν πιο ευαίσθητες κεραίες και πιάνουν ταχύτερα τα μηνύματα. Εμείς περιμένουμε το φαγητό στο πιάτο, κρεμασμένο στον… τοίχο ή τέλος πάντων στο cd player.
Κλασσικό παράδειγμα είναι οι αλλαγές που υπέστη το Θέατρο μετά την εμφάνιση της “έβδομης τέχνης” του Κινηματογράφου — εντόνως επηρεασμένος απ’ τις θεατρικές μορφές που προϋπήρξαν.
Εξίσου επηρεάστηκε και η μυθιστοριογραφία: ταχείς διάλογοι, κοφτές μεταφορές, απότομες αλλαγές σκηνικού, ωμή χρήση του περιβάλλοντος, άμορφοι αλλά εύπλαστοι ήρωες κλπ.
Σαν να μη φτάνανε όλα αυτά, όλο και περισσότεροι λαοί βάζουν στο παιχνίδι την Τέχνη τους, όπως για παράδειγμα η Αφρικανική ή η Πολυνησιακή τέχνη, οι οποίες ενώ παλιότερα ήταν άγνωστες (ή απαξιωμένες), τώρα πλέον παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο συγκροτώντας διακριτές Σχολές Αισθητικής, φέρνοντας νέες απόψεις (διαστάσεις) για τα αιώνια θέματα του Θανάτου και του αντιθέτου του, του Έρωτα, αποχαρακτηρίζοντάς τα ως “αιώνια”.
Αποκαλύφθηκε έτσι ότι ακόμα κι ο θάνατος, ανάλογα με τη σημασία που έχει η “ατομικότητα” σε κάθε κοινωνική οργάνωση, αντιμετωπίζεται διαφορετικά.Η παρηγοριά της Τέχνης

Το “ποιος είναι καλλιτέχνης και ποιος δεν είναι” αποτελούσε πάντα ένα σημείο τριβής και ατέλειωτων τσακωμών μεταξύ των “ειδικών”. Για να γίνεις καλλιτέχνης δεν αρκεί να το δηλώσεις, όπως κάνει στις μέρες μας ένας ρηχός διασκεδαστής της TV δηλώνοντας “κάνω σάτιρα”, λες και όσοι τον βλέπουμε είμαστε ηλίθιοι και δυσκολευόμαστε να πιάσουμε το υπονοούμενο.
Οσο ωραία τραγουδάκια και να πέμπεις στις μάζες, όσο καταπληκτικά στιχάκια και να σκαρώνεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην είσαι τίποτα άλλο παρά ένας κερδοφόρος επαγγελματίας και τίποτα παραπάνω.
Όσοι βιάζονται να δηλώσουν Ζωγράφοι, Μουσικοί κ.λπ., καλά θα κάνουν να περιμένουν να δουν αν τελικά αξίζουν τις δάφνες που βιάστηκαν να φορέσουν, γιατί την οριστική απάντηση τη δίνει μόνο ο Χρόνος. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο καλλιτέχνης όσο ζει δε γνωρίζει τι θα απογίνει το έργο του.
Σχηματικά θα λέγαμε ότι μία υποψηφιότητα έθεσε δια του έργου του και περιμένει να δει τι θα γίνει. Σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες πεθαίνουν με την παρηγοριά ότι μπορεί και να γίνουν “κλασσικοί”. Βέβαια υπάρχουν και οι λίγες εξαιρέσεις που έζησαν να γευτούν την καταξίωση.
Η Αρχή της Δημιουργίας.
Για μια απλή αλλά εξαιρετικά πρωτότυπη μελωδία μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν είναι αποτέλεσμα έντονης νοητικής διεργασίας, κόπου και ιδρώτα, παρά αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έμπνευσης, ενός παιχνιδιού ήχων και εικόνων στο μυαλό του συνθέτη που πήρε σάρκα και οστά στο πιάνο του εν ριπή οφθαλμού.
Είναι έτσι όμως; Είναι δυνατόν να είναι έτσι; Πόσα τέτοια έργα αιφνίδιας έμπνευσης έχουν μείνει στη δισκοθήκη μας, στις βιβλιοθήκες μας ή στους τοίχους των μουσείων; Κανένα ή ελάχιστα.
Από μαρτυρίες των ίδιων των καλλιτεχνών, γνωρίζουμε ότι αυτές τις ξαφνικές εμπνεύσεις τις σημειώνουν στο τεφτέρι τους και στη συνέχεια δουλεύουν ασταμάτητα, κάποιες φορές επί χρόνια ή και δεκαετίες για να το μορφοποιήσουν κατάλληλα.
Ο Μπετόβεν κυοφορούσε την ένατη επί πέντε χρόνια, ενώ το φινάλε της -όπως έφτασε στις μέρες μας- το δούλευε επί είκοσι χρόνια.
Σαν την κυοφορούσα γυναίκα, μετά τη σύλληψη επέτρεψε στο έμβρυο να μεγαλώσει στη μήτρα της προτού γεννηθεί και παραδοθεί στον κόσμο. Αν βιαστεί να το γεννήσει ονομάζεται ιατρικά και καλλιτεχνικά “έκτρωμα” γιατί βγήκε δύσμορφο και πριν την ώρα του. Το “έκτρωμα” είναι μια εξαίρετη λέξη που μας έρχεται από μια εποχή που ήξεραν όχι μόνο σε ποια περίπτωση αλλά και για ποιο λόγο κάτι είναι άσχημο.
Έργο Τέχνης;
Τελικά η Τέχνη και τα έργα της Τέχνης έχουν μια θεώρηση απ’ τη σκοπιά του φιλοσόφου και άλλη μια απ’ τη σκοπιά του δημιουργού, του καλλιτέχνη. Οπωσδήποτε όμως, ό,τι και να λένε οι φιλόσοφοι, όπως και να αυτοβιογραφούνται οι δημιουργοί, το έργο Τέχνης υπάρχει.
Το έργο Τέχνης είναι η διεπιφάνεια, το interface επικοινωνίας του δημιουργού με τον αποδέκτη και -εφόσον πρόκειται όντως περί έργου τέχνης και όχι μπούρδας- μιλάει από μόνο του, ερήμην του δημιουργού.
Τηρουμένων των αναλογιών, η Συννεφιασμένη Κυριακή είναι ωραίο τραγούδι ακόμα και αν την παίξει στο μπουζούκι του και την τραγουδήσει ο γράφων.
Αυτό είναι το μεγαλείο των καλλιτεχνικών έργων: Αναπαράγοντάς τα, βγαίνουν ασπροπρόσωποι ακόμα και οι ατάλαντοι!
Το έργο τέχνης κανονικά δεν χρειάζεται ούτε κριτικό – κολαούζο για να πλασαριστεί στους αδαείς. Το έργο τέχνης μιλάει από μόνο του όταν είναι καλό και χάνει τη φωνή του όταν πρόκειται περί εκτρώματος.
Κάποιες φορές, για καθαρά συγκυριακούς λόγους, ορισμένα έργα που δεν είναι καλά έργα τέχνης προβάλλονται έντονα σαν τέτοια για λόγους όμως που σχετίζονται με τις τάσεις της μόδας, την ικανότητα του δημιουργού να ακολουθεί το μέσο νου και κάποιες φορές να συμμαχεί με τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης και να επιβάλλει το έργο του.
Αυτού του είδους η τέχνη σχετίζεται μόνο με τις λογής εταιρίες παραγωγής και ουδόλως αφορά την επιστήμη της Αισθητικής.

Η Αφαίρεση.
Στις πρώτες της μορφές η Τέχνη εμφανίστηκε σαν μια περίληψη των προσλαμβανόμενων παραστάσεων απ’ την καθημερινότητα. Απεικονίστηκε το “κυνήγι του βοδιού” με τους πρωτόγονους να το κυνηγάνε χρησιμοποιώντας ξύλα και το βόδι να τρέχει βολίδα.
Για να τονιστεί το μάλιστα το γεγονός ότι το βόδι τρέχει πολύ γρήγορα, του δόθηκε η χάρη της κίνησης, αφαιρώντας όλες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες του τοπίου όπως δένδρα, βουνά, έδαφος κλπ.
Συνεπώς η πρώτη μορφή τέχνης ήταν αφηρημένη και πολύ αργότερα έκανε την εμφάνισή του ο ρεαλισμός. Σκόπιμα λοιπόν ο καλλιτέχνης επιλέγει κάθε φορά τι θα δείξει και τι δεν αξίζει τον κόπο να φανεί.
Αυτό γίνεται στη ζωγραφική, στην ποίηση, στον κινηματογράφο ακόμα και στη γλυπτική. Οι αφηρημένες μορφές δεν παραπέμπουν σε καλλιτέχνη που από αφηρημάδα ξεχνά το δεύτερο μάτι στην κυρία που ζωγραφίζει στο καμβά.
Περιγράφει το όλον χωρίς χρήση των επιμέρους, περιγράφει το δάσος χωρίς να περιγράψει κανένα δένδρο, ώστε μ’ αυτό τον τρόπο να αναφερθεί σε όλα τα δένδρα που υπήρξαν και που θα υπάρξουν στο μέλλον, όπως λέει ο Jorge Luis Borges (Μπόρχες). Μάλιστα, ένας μεγάλος ζωγράφος έλεγε ότι “χρειάστηκε να φτάσω σε βαθειά γεράματα για να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί”.
Ενα κοινό λάθος που επαναλαμβάνουν οι τάχα πολιτισμένοι και οι τάχα κουλτουριάρηδες είναι ότι η αφηρημένη τέχνη δεν αφορά – ή τέλος πάντων δεν ακουμπά – τις λαϊκές μάζες. Προφανώς δεν έχουν παρατηρήσει τις “λαϊκές μάζες” με πόση ευλάβεια και ενδιαφέρον ακούνε το (απολύτως αφηρημένο μουσικά) εισαγωγικό ταξίμι του μπουζουξή πριν το τραγούδι.
Η Τέχνη προσθέτει αξία.
Αν παρατηρήσουμε τα αρχαία νομίσματα όλων των λαών, θα διαπιστώσουμε ότι κάλλιστα τη δουλειά τους την κάνανε με απλή αναγραφή ενός συμβόλου που να δείχνει την αξία του. Για ποιο λόγο άραγε έκαναν ένα βήμα παραπέρα και το διακόσμησαν με αφηρημένες ή ρεαλιστικές παραστάσεις;
Θεωρητικά τουλάχιστον είναι παντελώς άχρηστο. Παρ’ όλα αυτά, δημιούργησαν δύσκολα εκμαγεία για την κοπή των νομισμάτων, έτσι που να αναπαριστούν εκτός απ’ την αξία τους και κάποιο πρόσωπο ή μερικά γεωμετρικά σχήματα.
Ο τσομπάνος για ποιο λόγο σκαλίζει τη γκλίτσα του; Η αρχαία καρέκλα στο πιθάρι γιατί είναι τόσο καλοσχεδιασμένη; Δεν μπορούσε ο κατασκευαστής να βάλει μια σχετικά άνετη τάβλα πάνω σε τέσσερα ποδάρια, μια φαρδιά πλάτη και να τελειώνει με το θέμα;
Ο οργανοποιός για ποιο λόγο διακοσμεί το μπουζούκι σε βαθμό που μπορεί και να του αναιρέσει εν μέρει τον ήχο; Για ποιο λόγο τελικά κάνουμε με περισσότερο (περιττό) κόπο, λίγο πιο δύσχρηστα (αλλά όχι άχρηστα) αντικείμενα;
Το παιδάκι όταν του ζητήσεις να σου ζωγραφίσει την οικογένειά του, μόλις τελειώσει με το σπίτι και τους γονείς του κι ενώ το καθήκον του έχει ολοκληρωθεί, για ποιο λόγο πασχίζει να βρει χρώματα να στολίσει τη ζωγραφιά του; Αφού δεν του το ζήτησε κανένας.
Διότι ο Άνθρωπος φλερτάρει με το Ωραίο και με την Τέχνη από γεννησιμιού του. Είναι εν δυνάμει καλλιτέχνης. Την αξία της (φτιαχτής) ομορφιάς την ξέρουμε χωρίς να μπορούμε να την ορίσουμε. Κανείς δεν είναι άσχημος κατά τη γνώμη του.
Ή, τέλος πάντων, αν είναι λιγουλάκι άσχημος, κάνει πολλές προσπάθειες να ομορφύνει. Ακόμα κι αυτοί οι τυχεροί που γεννήθηκαν όμορφοι, δεν παραιτούνται και προσπαθούν να γίνουν ομορφότεροι. Δεν υπάρχουν όρια εδώ!
"... το Κιτς είναι ένας κωμικός συνδυασμός αμορφωσιάς, υποκρισίας και πονηριάς." Το Κιτς.
Το Κιτς λογικά δεν έχει σχέση με το θέμα μας, όμως είναι αδύνατον να αντισταθούμε στον πειρασμό. Το Κιτς θα το θυμούνται οι (κάπως) μεγαλύτεροι, όταν τότε στη δεκαετία του ’80 είχε μονοπωλήσει τις καλλιτεχνικές συζητήσεις και τις σχετικές σελίδες των εφημερίδων, ενώ θυμάμαι ότι είχαν εκδοθεί πλήθος “μελέτες” και “άλμπουμ” που προσπαθούσαν να περιγράψουν το …απερίγραπτο: Το κακό γούστο.
Η προέλευση της λέξης Κitsch (κιτς) είναι απ’ τα Γερμανικά ή τα Ιουδαϊκά, ενώ η ετυμολογική διερεύνηση δεν έχει δώσει οριστική απάντηση παρά μόνο κάποιες θεωρίες, με επικρατέστερη αυτή που θέλει να προέρχεται την παλιά γερμανική παροιμία “συλλέγω άσκοπα λάσπη”.
Εν πάση περιπτώσει, το σημαντικό είναι ότι απ’ τα τέλη του 19ου αι. οι Γερμανοί είχαν ήδη διαπιστώσει πως το “κακό γούστο” είναι μια εντόνως διακριτή αισθητική οντότητα, που έπρεπε οπωσδήποτε να της βρούνε μια λέξη.
Η έλλειψη καλού γούστου από μόνη της δεν επιδέχεται κάποιου είδους μομφή. Το καλό γούστο απαιτεί τριβή με την Τέχνη και μόρφωση διαφορετική (ίσως και άσχετη) απ’ αυτή του σχολείου ή του πανεπιστημίου.
Ας φανταστούμε κάποιον που δε γνωρίζει τον πολλαπλασιασμό παρά μόνο την πρόσθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να επιβιώσει στην κοινωνία, αφού, όταν θέλει να κάνει το “πέντε φορές το δεκαπέντε”, μπορεί άνετα να προσθέσει πέντε δεκαπεντάρια και να κάνει τη δουλειά του.
Εχει λοιπόν έλλειψη μιας όχι και τόσο απαραίτητης γνώσης για την επιβίωσή του. Δεν μπορείς να πεις τίποτα για αυτόν ούτε μπορείς να τον σνομπάρεις για την άγνοιά του, εκτός βεβαίως αν είσαι κομπλεξικός.
Ο ίδιος άνθρωπος όμως μπορεί να παρατήρησε τους γνώστες να κάνουν κόλπα με το σύμβολο “Χ” και να καταλήγουν γρηγορότερα απ’ αυτόν στο αποτέλεσμα.
Πιάνει λοιπόν κι αυτός ένα κομμάτι χαρτί, σκιτσάρει ένα ωραίο σύμβολο “X” δίπλα στα νούμερα και αρχίζει να κάνει άμπρα-κατάμπρα και (τσουπ) πετάει το αποτέλεσμα φωνάζοντας “έκανα πολλαπλασιασμό!”
Αν κάνουμε τον ίδιο συλλογισμό και αντί των αριθμητικών πράξεων χρησιμοποιήσουμε εκδηλώσεις αισθητικής ωριμότητας και αντίληψης, έχουμε τοΚιτς. Δηλαδή το Κιτς είναι ένας κωμικός συνδυασμός αμορφωσιάς, υποκρισίας και πονηριάς.

Ένα δένδρο είναι όμορφο;
Τί είναι όμορφο; Ενα δένδρο είναι όμορφο; Ενα φαράγγι είναι όμορφο; Η απάντηση είναι όχι. Ο χαρακτηρισμός “ωραίο” (και “άσχημο”) αφορά έργα τέχνης τα οποία ο καλλιτέχνης τα προόριζε σαν τέτοια. Δεν υπάρχει λέξη να περιγράψει το κάλλος ενός βουνού διότι ουδείς άνθρωπος το σμίλεψε. Δεν υπάρχει λέξη να περιγράψει την ομορφιά ενός παγόβουνου.
Ωραίο λέμε κάτι που έχει περάσει απ’ τη σμίλη του ανθρώπου, απ’ την πένα του, απ’ το πινέλο του. Δηλαδή το προϊόν μιας επίπονης καιηθελημένης διαδικασίας παραγωγής ενός όμορφου (ή άσχημου) αντικειμένου, όπως ενός πίνακα, ενός γλυπτού, κάποιου διεγερτικού κειμένου, ενός τραγικού ποιήματος.
Κι αυτό γιατί “όμορφο” μπορεί είναι το θυμάρι για τον καταγόμενο εκ της Στερεάς Ελλάδος, “όμορφο” μπορεί να είναι το έλατο για τον καταγόμενο απ’ τις Αλπεις και “όμορφο” μπορεί να είναι το παγόβουνο για τον Εσκιμώο.
Δεν υπάρχει όμως Εσκιμώος που θα θαυμάσει για περισσότερα από δυο λεπτά το φαράγγι του χωριού μας, για το οποίο είμαστε πολύ υπερήφανοι λες και το φτιάξαμε με τα χέρια μας. Ούτε υπάρχει Αφρικανός που θα θαυμάσει για την “ομορφιά” του το παγόβουνο.
Μπορεί να εντυπωσιαστεί, μπορεί να υποκλιθεί στο μεγαλείο του Θεού, αλλά τίποτα παραπέρα. Διότι δεν το έχει συνδυάσει με άλλα δεδομένα που αποτελούν σημαντική παράμετρο της δικής του, της Αφρικάνικης ζωής. Και άρα ουδέποτε έχει απεικονιστεί σε Αφρικάνικους πίνακες ζωγραφικής ούτε έχει τραγουδηθεί από Αφρικάνους συνθέτες.
Δηλαδή υπάρχει η ενδιαφέρουσα διάσταση ότι η Τέχνη, ως διαδικασία απότοκη της αντικειμενικής πραγματικότητας, εμπνέεται από αυτή, σημαδεύει ορισμένα χαρακτηριστικά της, τα αναδεικνύει και ακολούθως τα αποθέτει στην Κοινωνία, κάνοντάς τη πλουσιότερη γιατί αποτελούν κτήμα της και γίνονται μέρος της Κοινωνίας. Αυτή η διαδικασία είναι αμφίδρομη.
Δια της Αρχιτεκτονικής (που είναι κι αυτή μια απ’ τις έξι Τέχνες – επτά με τον Κινηματογράφο) ο άνθρωπος, εμπνεόμενος από το περιβάλλον και αφού συγκεράσει τις ανθρώπινες αξίες της εποχής του, παρεμβαίνει σε αυτό. Χτίζει κτίρια ή δομεί πόλεις (πολεοδομεί) σύμφωνα με το περιβάλλον και μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία, συνδέει το περιβάλλον με την παρέμβασή του σε αυτό σε μια ολότητα.
Σίγουρα το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα και για όλους πετυχημένο αισθητικά, όμως η εκάστοτε συγκυρία το καταξιώνει είτε στον αρνητικό του είτε στο θετικό του βαθμό.
Συνεπώς, η καλλιτεχνική δημιουργία ενός ζωγράφου, ένας πίνακας ζωγραφικής δηλαδή που έχει εμπνευστεί από το επιβλητικό περιβάλλον, λ.χ. του Παρνασσού, διαστέλλει τις κόρες, οξύνει τις αισθήσεις του περιπατητή, έτσι ώστε όταν αργότερα αντικρύσει το Δελφικό τοπίο θα βγει μια ανάσα ευχαρίστησης και θα πει: “όμορφο τοπίο…”, εννοώντας, “…λες και το ζωγράφισε άνθρωπος”.

Η Αποξένωση.
Ο Αριστοτέλης είχε διατυπώσει μια ενδιαφέρουσα διάκριση μεταξύ των δύο κύριων δραστηριοτήτων του ανθρώπου: την πράξη και την ποίηση. Η πράξη δεν μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από το φορέα της, το πρόσωπο που την τέλεσε.
Αντίθετα, στην περίπτωση της ποίησης, ο δημιουργός δεν είναι ανάγκη να σταθεί πλάι στο κατασκεύασμά του προκειμένου αυτό να εκτιμηθεί σωστά. Το πόσο μακριά έριξε το ακόντιο ένας αθλητής, αποκτά σημασία μόνον ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πράξης του συγκεκριμένου αθλητή. Από μόνη της η πληροφορία “ερίφθη ακόντιο σε απόσταση 92 μέτρων! …” είναι μάλλον αδιάφορη αν δεν συμπληρωθεί “…από τον Κώστα Γκατσιούδη”.
Απ’ την άλλη, η αξία ενός ποιήματος υφίσταται χωρίς να γνωρίζουμε το συγγραφέα του ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το έγραψε. Τις περισσότερες φορές διαβάζουμε κάτι, μας αρέσει και μετά κάνουμε αγωνιώδεις προσπάθειες να ανακαλύψουμε το δημιουργό του, όχι πάντα για να καταλάβουμε καλύτερα το έργο του, αλλά κυρίως για να βρούμε και να απολαύσουμε περισσότερα έργα του. Τι αδικία για το δημιουργό!
Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε στην παράμετρο της αποξένωσης του δημιουργού από το καλλιτεχνικό έργο του. Ο Θεοδωράκης έγραψε σε σημείωμα δίσκου του ότι “Η οικογένειά μου βασανιζόταν επί μήνες να με ακούει να παίζω στο σαλόνι ξανά και ξανά τον ίδιο κύκλο τραγουδιών. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να τα απολαύσω όσο περισσότερο γινόταν προτού τα δώσω στη δημοσιότητα γιατί ήξερα πολύ καλά – το είχα ξαναπάθει με άλλο κύκλο τραγουδιών – ότι μόλις βγουν απ’ αυτό το δωμάτιο, πάει, τελείωσε, έπαψαν να είναι δικά μου.”
Και είχε δίκιο. Ας σκεφτούμε τον ζωγράφο που, κάτω από το βάρος της οικονομικής ανέχειας αναγκάστηκε να πουλήσει έναν ανεκτίμητης γι’ αυτόν αξίας πίνακα. Αυτός που δημιούργησε το ζωγραφικό πίνακα δεν έχει τη δυνατότητα να τον απολαμβάνει, ενώ ο τρίτος που τον αγόρασε γεύεται καθημερινώς την αισθητική του αξία καθισμένος άνετα, απέναντι από εκεί που τον κρέμασε.
Το άρθρο έγραψε ο Κώστας Κουρούνης / Εν μέσω “κρίσης”, Αγία Παρασκευή, Νοέμβριος 2010.
Αυτό το άρθρο άρχισε να γράφετε στα τέλη του 1986. Ουσιαστικά ήταν οι χειρόγραφες σημειώσεις μου από βιβλία και από ενδιαφέρουσες απόψεις των συζητήσεων της εποχής. Δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που ξεκίνησε: μια φιλική παρότρυνση, ένα έναυσμα για συζήτηση περί την Αισθητική.
Από το 2004 που το έγραψα σε Word και το διακόσμησα με λίγες φωτογραφίες, τμήματά του κυκλοφόρησαν σε διάφορα φιλικά sites. Τώρα που γύρισε στο σπίτι του, ευελπιστώ να το συμπληρώσω ώστε να πάρει την κατεύθυνση που ήθελα εξ’ αρχής: Ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κείμενο που θα διατηρείται όσο γίνεται πιο επίκαιρο. Α, να δούμε…
thesecretrealtruth , kourounis.gr





Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου