Εικ. 1 Πίνακας ζωγραφικής 60Χ80 cm – του ζωγράφου Παντελή Ζωγράφου – που απεικονίζει τον παπά Σταμάτη.
Διαβαίνοντας τη μεγάλη ντεραυλή του παλιού εκείνου σπιτιού, έχεις την αίσθηση ότι περνάς σε μια περιοχή ξεχασμένη από τον χρόνο. Για άλλη μια φορά οι παλιές αφηγήσεις του πατέρα μου, για τον παπά Σίνη, ή τον «καλόγερα», όπως συνήθιζε να αποκαλεί με οικειότητα τον συμμαθητή του που ιερώθηκε, με οδηγούσαν σε μια ακόμα ιστορική περιπέτεια.
Σαν άλλη παράξενη μηχανή του χρόνου, η μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα, σε οδηγεί σε ένα δίπατο παλιό σπίτι, σε μια αυλή στρωμένη με χώμα, στη βρύση με τη γούρνα, στο πατητήρι, την καστώρα, τον σταύλο και σε ένα σκηνικό που θυμίζει τη δεκαετία του 1960. Τότε ακριβώς που έφυγε από αυτόν τον κόσμο ο κάτοικος και ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο παπά Σταμάτη Σίνης.
Αίφνης έχεις την αίσθηση ότι γύρω σου τρέχει ξανά ο καθαρός αέρας, από τα αμπέλια, τα χωράφια και τους ελαιώνες του χωριού και γλυκαίνει σιγά – σιγά την καρδιά, ρυθμίζει τα ρολόγια του νου.
Ανεβαίνουμε την παλιά σκάλα του δίπατου πετρόχτιστου σπιτιού και μπαίνουμε σε ένα σαλόνι όπου το σκηνικό είναι το ίδιο, παλιά έπιπλα, ξύλινο πάτωμα – ίσως από τα ελάχιστα που διατηρούνται ακόμα στην Κερατιά – και στο βάθος η βιβλιοθήκη του ιερέως γεμάτη με πλήθος βιβλίων.
Τρεμπέλας, Ασπιώτης, Ιωήλ Γιαννακόπουλος και άλλοι συγγραφείς μαρτυρούν τις πνευματικές του καταβολές. Στο κάτω ράφι η «Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια του Μαρτίνου» κι από πάνω τα λειτουργικά του βιβλία.
Όλα μαρτυρούν την παρουσία του σε αυτόν τον χώρο κι ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει τη στιγμή που εκείνος έφυγε από τη ζωή. Φαίνεται καθαρά πως μπορεί η ζωή να ηττήθηκε από τον θάνατο, όμως η μνήμη κερδίζει τη μάχη της με την ανυπαρξία. Το παρελθόν δεν τελειώνει λοιπόν. Παραφυλάει στις γωνιές της ψυχής για καιρούς. Κρύβεται σε βαθειά συρτάρια του νου και ζει. Το παρελθόν είναι πάντα παρόν κι ας μην το καταλαβαίνουμε. Το σπίτι του παπά Σίνη το μαρτυρά.
Χέρι ευλαβικό εκείνο της παππαδιάς, διατήρησε το σκηνικό για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες, απαράλλακτο όπως όταν ζούσε ο λευίτης σύζυγος της, πιθανώς με την ελπίδα μην τυχόν θελήσει να επιστρέψει κάποια στιγμή και δεν το βρει όπως το άφησε και στεναχωρηθεί.
Εικ. 2 Από αριστερά η 2Η κυρία είναι η κυρά Παπαδιά Σίνη .
Μια ιδιαίτερα κομψή γυναίκα που στα νειάτα της πρέπει να υπήρξε εξαιρετικά όμορφη. Ρόδο μαραμένο από τον αδυσώπητο χρόνο, που διατήρησε όμως ακόμα μια υποψία από το παλιό, διακριτικό άρωμα του. Μια γυναίκα που ανάλωσε τη ζωή της σε δεκαετίες σκληρής χηρείας, περιμένοντας την πολυπόθητη φωνή εκείνου που την περιμένει και που της στέλνει όνειρα, σαν τηλεγραφήματα επίκλησης.
«Γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου του 1928», ξεκινάει την αφήγηση της, «ήμαστε σχεδόν συνομήλικοι και συμμαθηταί στο σχολείο και τον γνώριζα από τα παιδικά μας χρόνια. Γυιός του Σωτήρη Σίνη και της Μαρίας, το γένος Ανδρέου, από μικρός είχε μόνο έναν πράγμα στο μυαλό του, να μονάσει, να γίνει μοναχός κι αυτός ήταν ο λόγος που τα παιδιά του σχολείου στην Κερατιά τον αποκαλούσαν «καλόγερα».
Τελικώς όμως υπερίσχυσε η θέληση της μητέρας του που τον προέτρεπε να παντρευτεί κι έτσι ήλθαμε εις γάμου κοινωνίαν. Μαζί του πέρασα τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου, παρά τις δυσκολίες που είχαμε να αντιμετωπίσουμε καθημερινώς.
Από το μυαλό του δεν έφευγε ούτε στιγμή ο πόθος της ιερωσύνης κι έτσι, αφού τα απαιτούμενα λεφτά δεν υπήρχαν, αναγκαστήκαμε να δανειστούμε από συγγενείς και φίλους ώστε να συγκεντρώσουμε το ποσόν που απαιτούσε ο τότε μητροπολίτης προκειμένου να τον χειροτονήσει.
Εικ. 3 Από αριστερά παιδάκι ο παπά Σταμάτης, στο μέσο η μητέρα του και δεξιά ο αδελφός του Κωνσταντίνος.
Επιπλέον, αναγκάστηκε και η μητέρα του να εγκαταλείψει το Παλαιό Ημερολόγιο, το οποίο ακολουθούσε η οικογένεια της, προκειμένου να του επιτρέψει ο Δεσπότης να φοιτήσει στην Ιερατική Σχολή.
Δεσπότης μοναδικός τότε σε όλην την Αττική, με τίτλο Αττικής και Μεγαρίδος, ήταν ο Ιάκωβος Βαβανάτσος, που έδρευε στην Κηφισιά. Άνθρωπος που περισσότερο ήταν δεσπότης, παρά επίσκοπος και που είχε προτιμήσει τον εαυτό του και τον είχε θέσει προ παντός άλλου.
Την περίοδο των Δεκεμβριανών είχε πάει με τη πλευρά των ανταρτών που είχαν καταλάβει την Κηφισιά και δεν είχε επέμβει ούτε καν για να σώσει τον λόγιο μητροπολίτη Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα, που τον πέρασαν σιδηροδέσμιο ενώπιον του πηγαίνοντας τον για εκτέλεση.
Ωστόσο, μέσω των πολυειδών γνωριμιών του όμως κατάφερε να επιβιώσει, περνώντας εντέχνως την κατάλληλη στιγμή στην πλευρά των Εθνικιστών και να αναρριχηθεί τελικώς και στον αρχιεπισκοπικό Θρόνο.
Ο Σταμάτης αποφοίτησε από την Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου το έτος 1952 και υπηρέτησε στο πεζικό μειωμένη θητεία ως προστάτης οικογενείας, αφού είχε πεθάνει ήδη ο πατέρας του.
Έχοντας εκπληρώσει λοιπόν όλες του τις υποχρεώσεις προς την πατρίδα, μόλις κατάφερε και συγκέντρωσε το απαιτούμενο ποσόν από τον δεσπότη, χειροτονήθηκε διάκονος στην Κερατέα το 1954, ενώ δύο έτη αργότερα χειροτονήθηκε κληρικός.
Την περίοδο εκείνη αποκτήσαμε δύο γυιούς, τον Σωτήρη και τον Αντώνη, που έδωσαν ακόμα μεγαλύτερη χαρά στη ζωή μας.
Εικ. 4 Εδώ ο παπά Σταμάτης με τον νεογέννητο Σωτήρη.
Εικ. 5 Εδώ είναι η εικόνα Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και όπισθεν της εικ. αφιέρωση για την ονομαστική εορτή του γιου του Σωτήρη.
Το 1960 ο παπά Σταμάτης έλαβε το εκκλησιαστικό οφίκιο του πνευματικού εξομολόγου και έτσι επιφορτίσθηκε με ακόμα μεγαλύτερα καθήκοντα. Ωστόσο όχι μόνον ανταπεξήλθε στις υποχρεώσεις του αλλά και διέπρεψε με την αγάπη του.
Σκοπός του δεν ήταν μόνον η πνευματική διαποίμανση αλλά και η υλική φροντίδα όσων ενοριτών είχαν βιοτικές ανάγκες. Χαρακτηριστικώς θυμάμαι ότι μέσω των αδελφών Γκλιάτη από τα Καλύβια, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί από χρόνια στην Αμερική και πάσχιζαν να βοηθήσουν τη γενέτειρα τους, γνώρισε έναν Αμερικανό μαύρο πάστορα ή κάτι τέτοιο.
Αυτός συγκέντρωνε ελαφρώς μεταχειρισμένα ρούχα από τον Νέο Κόσμο και τα έστελνε εδώ με το πλοίο, κούτες ολόκληρες. Ο παπάς πήγαινε στο λιμάνι, τα παραλάμβανε και τα έφερνε σπίτι όπου και τα ανοίγαμε, τα μοιράζαμε σε σακούλες και μετά πήγαινε και τα παρέδιδε σε οικογένειες που τα είχαν ανάγκη. Ποτέ δεν μου είχε πει που τα έδινε.
«Οι άνθρωποι έχουν τη φτώχεια τους, δεν χρειάζεται να τους ξεφτιλίζουμε κιόλλας», συνήθιζε να λέει όποτε τον ρωτούσα που τα πήγαινε. Το ίδιο έκανε και με τα τρόφιμα που ως οικονόμος του ναού πήγαινε και αγόραζε από τα μπακάλικο του Μέγγουλη, του Μέξη και από αλλού, τα έφερνε σπίτι, τα ταξινομούσαμε σε τσάντες και πήγαινε και τα μοίραζε χωρίς ποτέ να κρατά κάτι για τον εαυτό του.
Ζούσε μια οσιακή βιοτή, αν και παντρεμένος. Ήξερε καλά πως ο Θεός μιλάει μόνον όταν η σάρκα σωπαίνει.
Ο ίδιος είχε πάθος με τα βιβλία, τα οποία αγόραζε από την Αθήνα κατά δεκάδες. Στη βιβλιοθήκη του σήμερα υπάρχουν περίπου 3000 τίτλοι. Πολλές φορές κάθε αγορά βιβλίου την πλήρωνε με μέρες νηστείας, αφού δεν έτρωγε προκειμένου να εξοικονομήσει τα χρήματα για να αγοράσει τα βιβλία που ήθελε.
Κλειστός και βαθειά συναισθηματικός άνθρωπος, αναζητούσε καταφύγιο και παρηγοριά στις σελίδες τους.
Ως οικονόμος του ναού μάλιστα ήταν εκείνος που συγκέντρωσε τα χρήματα για την ανέγερση του ναού του Προφήτη Ηλία, του Σσεν Ηλί που λέμε στη Λάκκα ε Μάλλιτ, επάνω στο βουνό. Έρχονταν εδώ στο σπίτι και του έδιναν δωρεές, ή κι ακόμα έξω στον δρόμο, στα σπίτια που πήγαινε για μυστήρια, παντού.
Όλο το χωριό συνέβαλλε, έκαστος το κατά δύναμιν και τα έδιναν εκείνου γιατί ήξεραν ότι δεν επρόκειτο να βάλει δεκάρα στην τσέπη του. Σε αυτό ήταν κάθετος! Ακόμα και για μυστήρια που έκανε σε ανθρώπους που ήσαν ενδεείς ή γέροντες ετοιμοθάνατοι, άρρωστοι κλπ ποτέ μα ποτέ δεν δεχόταν αμοιβή!
Παρ’ όλα αυτά ο Θεός φρόντιζε και ποτέ δεν μας έλειψε κάτι από το σπίτι, ούτε όσο ζούσε, ούτε και μετά τον θάνατο του. Οι Κερατιώτες τον είχαν αγαπήσει υπέρμετρα, στο πρόσωπο του έβλεπαν τον Χριστό τον ίδιο να περπατά μέσα στις ρούγγες του χωριού και να επισκέπτεται όποιον τον είχε ανάγκη.
Επισκεπτόταν ασθενείς και επέστρεφε σπίτι άρρωστος ο ίδιος από τη θλίψη του. Όλα αυτά επέσυραν τον φθόνο κάποιων ανθρώπων οι οποίοι και αποφάσισαν να του κάνουν τη ζωή πάρα πολύ δύσκολη.
Οι συνεχείς και αδιάκοπες προστριβές με τους συνεφημερίους, τα προβλήματα που συνεχώς του δημιουργούσαν, τον στενοχωρούσαν αφάνταστα. Ερχόταν σπίτι και δεν έτρωγε. Τον ρωτούσα να μου πει τι είχε γίνει και δεν έλεγε τίποτε για να μην με στενοχωρήσει κι εμένα.
Όταν μάθαινα από τρίτους τι του έκαναν και του ανέφερα κάτι, μου έλεγε «εσύ να μην λες τίποτα. Αυτό πέρασε. Τώρα τι κάνουμε. Άσε τα παλιά. Ό,τι έγινε έγινε, ξέχνα το.» Επίσης δεν άφηνε κανέναν να του κατηγορήσει ή να του σχολιάσει άλλους.
Όταν είσαι ευτυχισμένος μπορείς να είσαι εύκολα επιεικής. Όμως θέλει μεγάλο κουράγιο και αγώνα, συνείδηση και καρτερία να καταφέρνεις να είσαι καλός και δίκαιος όταν νοιώθεις δυστυχισμένος κι αδικημένος. Κι εκείνος το κατάφερνε.
Κρατούσε μέσα του τα πάντα και στο τέλος αρρώστησε. Μόλις τριάντα οκτώ ετών εμφάνισε καρκίνο. Το αντιμετώπισε θαρραλέα, αλλά στο τέλος φάνηκε να σπάει από την αδικία που είχε υποστεί όλα αυτά τα δεκατέσσερα έτη της ιεροσύνης του. Και πάλι όμως πίκρα δεν έβγαλε. Φεύγοντας μου είπε μόνο, «έχουμε δυο παιδιά, φρόντισε τα παιδιά μας!»
Έκλεισε τα μάτια του σε ηλικία μόλις σαράντα ετών στις 19 Ιανουαρίου του 1969. Εκείνη την ημέρα ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι προς τη Βασιλεία των Ουρανών για να παραδώσει την αγία ψυχή του στα χέρια του Κυρίου που υπηρέτησε με αυτοθυσία και αυταπάρνηση όσο έζησε.
Τα νέο του θανάτου του διαδόθηκε στο χωριό όπως η φωτιά στα σπαρτά κι ένα πλήθος κόσμου έσπευσε να τον αποχαιρετήσει.Στο χωριό άφησε τη φήμη ευλαβούς και εναρέτου ποιμένος, ταπεινού ανθρώπου με πραότητα χαρακτήρος.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Κερατιά τον θυμάται ακόμα, τέσσερις δεκαετίες μετά. Εγώ αισθάνομαι ότι ποτέ δεν έχει φύγει από αυτό το σπίτι. Πολλές φορές νομίζω πως θα ανοίξει η πόρτα και θα δω το ράσο του να ανεμίζει στην είσοδο, όπως τότε.
Δεν ζητώ τίποτε άλλο από τον Θεό, παρά όταν θελήσει να με καλέσει κοντά του, να δω έστω και μια σκιά εκείνου του ευλαβούς λευίτη, του παπά Σταμάτη Σίνη, που είχα την ευλογία να γνωρίσω ως σύζυγο στη ζωή μου.»
Με αυτά τα λόγια μας αποχαιρέτησε, στοργική όσο κι απισχνωμένη – σαν αγία που ζωντάνεψε από βυζαντινό εικόνισμα του Πανσελήνου, μόνο και μόνο για να μας διηγηθεί μια ξεχασμένη ιστορία των οσίων του Γεροντικού – η Φλώρα του Κατσίκη, η ογδονταεξάχρονη παππαδιά του παπά Σταμάτη Σίνη.
Ας είναι η μνήμη του αιώνια……..!!!!!
Σημείωση 1: To βιογραφικό συνέταξε – και δημοσίευσε στο περιοδικό «Κεραταία πόλις» στο τεύχος 14 Σεπτ. 2014 - ο αγαπητός φίλος , πατριώτης και γείτονας Κωνσταντίνος Τσοπάνης/Θεολόγος, Ιστορικός κ.α.
Σημείωση 2: Να σας ενημερώσω οτι η 1 φωτογ. ειναι ζωγραφική ,την οποίαν την δημιούργησε πριν πολλά χρόνια ο εξαίρετος φίλος και συμμαθητής - του γιου του παπα_Σταμάτη, Σωτήρη - ο πατριώτης Παντελής Ζωγράφος.
Ένα μικρό βιογραφικό αλλά και μερικούς τίτλους βιβλίων του Κωνσταντίνου δείτε ΕΔΩ
Σημείωση 2: Να σας ενημερώσω οτι η 1 φωτογ. ειναι ζωγραφική ,την οποίαν την δημιούργησε πριν πολλά χρόνια ο εξαίρετος φίλος και συμμαθητής - του γιου του παπα_Σταμάτη, Σωτήρη - ο πατριώτης Παντελής Ζωγράφος.
Ένα μικρό βιογραφικό αλλά και μερικούς τίτλους βιβλίων του Κωνσταντίνου δείτε ΕΔΩ








Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου